Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Καπνισμένη ώχρα




 Να θυμάσαι μου είχε πει. Τίποτα. Φωνάζω μα δεν μ’ ακούει. Μονάχα να με κοιτάζει από το παράθυρο κι ύστερα πιο πίσω ακουμπισμένος πάνω στον λευκό μπάγκο με τα χέρια ακουμπισμένα στους αγκώνες σταυρωτά κι ένα τσιγάρο να καίει ακατάπαυστα, να κιτρινίζει αντίχειρα και δείκτη να χώνεται όλο πιο βαθιά στις φλέβες να αφοσιώνεται, να καταδικάζει και να απειλεί.
Φθινόπωρα, Χειμώνες και κάτι καλοκαίρια σκοτεινά με λιγοστό φως από όνειρα να συμπληρώνει τις διαδρομές. Μαγαζί - σπίτι - θρανίο  και τανάπαλιν και τα όνειρα να λερώνουν την υπόληψή μου από καιρού εις καιρόν κι εγώ να ζωγραφίζω στον λευκό πάγκο τις άδειες ώρες κι εκείνη την ψιλόλιγνη κοπέλα που περνά και μόνο το είδωλό της στο καπνισμένο πεντακάθαρο τζάμι, τρέχω με το βλέμμα δεν τη προλαβαίνω, μυρίζει ούζο και καπνό και πράσινες κουρτίνες με ρίγες στο χρώμα της λερωμένης ώχρας.
Σ’ εκείνες περπάτησα κι η μάνα όποτε άδειαζε στο μπαλκόνι να με ρωτά με τα μάτια ανυπόμονα αν την είδα, εκείνη, την ψηλόλιγνη με τα βιβλία παραμάσχαλα κι εγώ ν’ απαντώ ναι, την είδα και θα πάει κι άλλο παρακάτω μου είπε και πήγε κι εγώ την ακολούθησα μα πήρα και τις ρίγες από την πράσινη κουρτίνα μαζί μου και τις περπάτησα. Σε μια από αυτές πήρα κι ένα μικρόφωνο και διαλάλησα όσα ζωγράφιζα πάνω σ’ εκείνον τον λευκό πάγκο και συνέχισα ν’ ακολουθώ την ψιλόλιγνη κοπέλα που όλο χαμήλωνε και φάρδαινε κι εγώ ψήλωνα και διάβασα κι άλλα βιβλία και τώρα φτιάχνω και δικά μου κι εκείνος πια τα χέρια όχι στον πάγκο, στο μεγάλο τραπέζι κοντά στο παράθυρο, δίπλα τα σταύρωνε, λυγισμένα στους αγκώνες μπροστά από το στήθος κι ο καπνός απ’ το τσιγάρο να κρύβει τον δρόμο κι εγώ να περπατώ στις ραβδώσεις που γίναν γκρίζες άσφαλτοι, να περιμένει.
Να περιμένει με το βλέμμα μονίμως στραμμένο στις στέγες, στο μικρό ασφάλτινο κομμάτι, δεν ήρθα, ήρθα, ώσπου ο καπνός κιτρίνισε τις φλέβες, δανείστηκε και χρώμα από τις ρίγες της κουρτίνας μου κι ήρθαν και σταύρωσαν ξανά τα χέρια, ξάπλωσαν σταυρωτά πάνω στο στήθος κι εγώ έχω ακόμα κι άλλες ρίγες να διανύσω. Δεν έφτασα ακόμα πατέρα. Ήρθα αλλά δεν έφτασα. 

@ανέκδοτο