Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Αριστερό κλίτος



Στο αριστερό κλίτος στεκόταν η δύναμή της. Μεγάλη Παρασκευή. Πλήθος το εκκλησίασμα. Πάσχα
ήταν και τότε κι αυτή δεν ζήτησε τίποτα. Όπως τώρα, όπως τόσα χρόνια που δεν χαλάλισε κανενός ούτε ένα χαμόγελο. Όλα τα κράτησε για κείνον. για κάθε λεπτό που εκείνος επέστρεφε, για κάθε απουσία, για κάθε συναίνεση. Όμορφη δεν την έλεγες. Ψηλή, γουρλομάτα με μαλλί που δεν ευδόκησε ποτέ να μακρύνει. Λεπτό κι αρύ σαν την αμφισβητούμενη θηλυκότητά της. Μια ρυτίδα. Να ’ταν το αρνί που την ανησυχούσε αν θα ’ταν έτοιμο στην ώρα του την Κυριακή; Του το ’χε πει: «Κυριακές και γιορτές σε θέλω σπίτι και στα παιδιά ποτέ σου να μην λείψεις, μα στο σεργιάνι σου συμμέτοχος δεν γίνομαι, άλλο δεν ήθελε κι αυτός. σήκωσε το φρύδι, δήλωσε έμπορος κι άρχισε τα «κολώνα μού στέκεται», της πήρε κι ένα μηχανάκι, και τα πρωινά, εκείνη στα κτήματα και η μηχανή έπαιρνε μπρος στα τριακόσια μέτρα απ’ το κατώφλι, μην τον ανησυχήσει. Έτσι ακριβά την πούλησε την κορμοστασιά της, έτσι την έδωσε τη ζωή της και το «έσονται οι δύο εις σάρκαν μίαν», για κείνην μια υποχρέωση που από το πουθενά έγινε μάνα, για κείνον αντίκρισμα, ποιά θα την άντεχε την τόση του ελευθερία, εκείνη ήταν ευγνώμων. Μουστάκι να είχε κι η μυρωδιές από τ’ αρνί της να ταξιδεύουν στη γειτονιά από κατώφλι σε κατώφλι. Κάθε Πάσχα. Μέχρι που βρέθηκε τ’ ανάσκελα, ζαλάδα ήτανε, λιγοθυμιά ή το χαμένο θάρρος της που μπαγιάτεψε και πήρε να ζέχνει, ώσπου η βρώμα τής έκαψε τα σωθικά και σωριάστηκε ανήμπορη. Η πεθερά φευγάτη από χρόνια, κανείς πια δεν τον έλεγχε κι εκείνη δεν το λογάριασε σωστά, πως έρχονται και νύχτες που ένα κορμί τί να σου κάνει, δυο χέρια αντρίκια της χρειάστηκαν κι ένα φιλί δικό της ζεστό κι η μηχανή δεν χαϊδεύει, μόνο κουβαλά. Κορμιά παγωμένα, μόνα. Μ. Παρασκευή ήτανε και το αρνί στο τσίγκινο ταψί κομμένο σε μερίδες κι εκείνη δεν το μαρτύρησε ποτέ. Ποτέ δεν είπε: «αρνί δεν έφαγα ποτέ, κατσίκι εμείς τρώγαμε, κατσίκι του γάλακτος, μανάρι. και να της πεις, να βάζει άρωμα, γιατί χωρίς, τη σιχαίνομαι την παρουσία της να της πεις.» Αρνί καμένο πάνω στο τραπέζι, τα παιδιά στην εφηβεία, τα κλειδιά της μηχανής κρεμασμένα μ’ έναν σπάγκο από τον γλόμπο της κουζίνας, το σαμουά σακάκι του πασαλειμμένο με λίπος κι ένα σημείωμα που έλεγε: «Το δικό μου το αρνί, το βροντοφώναζε. Κάθε Πάσχα. “Είμαι η Λένα, κι αν δεν πουλούσα την ψυχή μου, αντί για αρνί, λεπίδα. κι όλο το αίμα μου χαράμι, θυσία στο τίποτα, στο πουθενά θα το χαλάλιζα”. Να με σέβεστε.»

Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο  "Ενύπνια ψυχίων" της Ιφιγένειας Σιάφακα