Δευτέρα, 2 Απριλίου 2018

Τάλα από το Ταμίλα



Τ’ όνομά μου ήταν Ταμίλα. Έχω αναρωτηθεί πολλές φορές μέχρι σήμερα αν αυτό το όνομα μου ανήκε. Τα χρήματα που έβγαζα ως Ταμίλα ποτέ δεν ήταν αρκετά, ούτε σταθερά. Τ’ όνομα αυτό αν και υποσχόταν υπακοή με πετούσε στον δρόμο από τον πρώτο κιόλας μήνα της πρόσληψής μου. Σήμερα, στα τριάντα δύο μου, είμαι πλέον σίγουρη πως ήταν λάθος όνομα. Έτσι, στο μπαρ όπου δουλεύω με γνωρίζουν πια ως Τάλα. Μπορεί να μην είναι η πιο αξιοπρεπής εργασία στον κόσμο, αλλά κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ταιριάζει απόλυτα μ’ αυτό που δεν είναι πια τ’ όνομά μου.  μια ήσυχη και υπάκουη κοπέλα. Πάντα προτιμούσα να διατάζω, να έχω τη δύναμη να κινώ τα νήματα, να επηρεάζω τις ζωές των ανθρώπων μ’ ένα μου νεύμα, με μια μου διάθεση.
Ζω μόνη μου σ’ ένα δωμάτιο κάπου στην Αργυρούπολη και μαγειρεύω όποτε πεινάσει ο γάτος μου. Εργάζομαι πολλές ώρες και περίεργες. Συχνά παίρνω δουλειά και στο σπίτι. Συνήθως η διαδρομή μου μέσα στο σπίτι είναι από το δωμάτιο στην ντουζιέρα και πάλι στο δωμάτιο. Στις διαδρομές αυτές, το μόνο που μου θυμίζει ποια μπορεί να ήμουν είναι τα πιροσκί της κυρίας Κορζιέβσκι. Τις νύχτες, εισβάλουν απ’ τον φωταγωγό απρόσκλητα. Από τότε που ήρθα στην Ελλάδα μένω ακριβώς επάνω από το διαμέρισμα της κυρίας Κορζιέβσκι. Είναι η μόνη μου επαφή με τ’ όνομά μου και όσα άφησα πίσω του. Εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα εισβάλει η κανονικότητα στη ζωή μου και μου θυμίζει πως στο σπίτι υπάρχει ένα ακόμη δωμάτιο. Η κουζίνα. Δεν λέω πως επιτρέπω της Ταμίλα να θυμηθεί πως γίνονται τα πιροσκί, άλλωστε δεν θα άρεσαν στον γάτο μου, ωστόσο, την ώρα εκείνη προσποιούμαι εύκολα ότι μαγειρεύω τηγανίτες. Για την επόμενη μία και παραπάνω ώρα πασπαλίζομαι ολόκληρη με ζάχαρη, γεγονός που προσθέτει μια γλυκόπικρη γεύση στη δουλειά μου, κι έτσι είμαστε όλοι ευχαριστημένοι. Ο γάτος μου, ο πελάτης μου κι εγώ.
Η σκέψη ότι ορίζω κυρίως την ευχαρίστηση των άλλων με κάνει να χαλαρώνω. Αυτό κι η μπιζουτιέρα της γιαγιάς μου. Πριν πεθάνει την ακούμπησε στο χέρι μου. Την άνοιξα. Μία πρίμα μπαλαρίνα στριφογύρισε. Χόρευε τη Λίμνη των κύκνων. Η μπαλαρίνα χόρευε κι η γιαγιά έφευγε για το μεγάλο ταξίδι. Δεν την πρόλαβα. Πριν κλείσω το καπάκι η γιαγιά είχε φύγει. Είναι από ξύλο τριανταφυλλιάς. Έλεγε πως την είχε φέρει απ’ τη Μόσχα η προγιαγιά της που ήταν στην αυλή του Τσάρου. Δεν έμαθε ποτέ πως τη ώρα που μου τη χάριζε, την ώρα που έφευγε, την ώρα που έκλεισε τα μάτια της, πριν κλείσω το καπάκι, πρόλαβα κι έριξα μέσα στο ξύλινο κουτί το σμαραγδένιο δαχτυλίδι που φορούσε στο κοκκαλιάρικο δάχτυλό της. Ήταν ήδη νεκρή για να το αντιληφθεί.  Κι εκείνο τόσο πράσινο. Κανείς δεν με είδε. Όσο για το δαχτυλίδι, αντίκα κι αυτό, ακόμα το ψάχνουν η μητέρα μου και οι αδερφές της. Όλα αυτά έγιναν φυσικά όταν με λέγανε Ταμίλα.
Μπορεί ν’ άλλαξα τ’ όνομά μου, δεν ήταν όμως καθόλου εύκολο να κάνω το ίδιο με την εμφάνισή μου. Τα ίδια χοντρά μάγουλα, ο ίδιος χοντρός λαιμός, τα ίδια χοντρά χέρια. Τα μπούτια μου ίσως και να τα συμπαθώ γιατί τα συμπαθούν κι οι άντρες. Ας ήταν τουλάχιστον και τα χείλη μου ανάλογα με το τεράστιο πρόσωπό μου. Αντί γι’ αυτό, δύο λεπτές γραμμές με λεπτότερη την από πάνω, μου θυμίζουν καθημερινά πόσο μικρά είναι. Κι όμως, κάθε που στέκομαι γυμνή μπροστά στους «σκλάβους» μου, δεν μπορώ να αποφύγω ένα χαμόγελο. Σκέφτομαι πως αν δεν ήταν έτσι τα χείλη μου, ίσως να μην έπειθα γι’ «αφέντρα.» Αυτά και το σφιχτό πληθωρικό κορμί μου επιβάλλουν υπακοή. Τα μάτια μου, εξίσου μικρά με τα χείλη μου, πράσινα σαν το σμαράγδι στο δαχτυλίδι, πάλεψαν εξίσου άνισα με κάτι μελιές ανταύγειες. Τις σκότωσα κι αυτές.
Αγάπη; Δεν νομίζω πως υπάρχει κι εδώ που τα λέμε, δεν την θεωρώ καθόλου απαραίτητη. Κάποιος που να μ’ έχει αγαπήσει αληθινά; Η γιαγιά μου; Ετούτη η κασετίνα ήταν η μόνη αληθινή της περιουσία. Το σμαραγδένιο δαχτυλίδι, όχι. Της το εμπιστεύτηκε στην κατοχή η συγκάτοικός της, πρώην κόμισσα, λίγο πριν τη στείλει ο «πατερούλης», «διακοπές.» Δεν επέστρεψε ποτέ. Άλλωστε είχε επιζήσει αρκετά, τηρουμένων των αναλογιών. Ναι, ίσως η γιαγιά μου. Αλλά ακόμη και σ’ αυτήν είπα ψέματα. Όπως λέω ψέματα σε όλους όσους συναντώ. Όλη η ζωή μου είναι ένα ψέμα. Από τ’ όνομά που μου δόθηκε, κι έλεγα σ’ όλους πως ήταν άλλο, μέχρι το ψέμα που είπα χτες σ’ εκείνον τον ανώμαλο βρωμιάρη, που ’ρθε στο κλείσιμο. Τον πήρα στο σπίτι. Δέρνοντάς τον, του είπα πως μυρίζει ωραία. Με πλήρωσε διπλά. Ξέρασα.
Αν έχω τύψεις που ζω τη ζωή μιας άλλης; Δεν θυμάμαι. Το μόνο βέβαιο είναι, πως αν ακούσω στον ύπνο μου τη «Λίμνη των κύκνων» είναι αδύνατον να ξανακοιμηθώ. Τότε γίνομαι πολύ σκληρή με τους σκλάβους μου. Τους χτυπώ ανελέητα κάνοντας πράξη τις αρρωστημένες φαντασιώσεις τους. Φεύγουν διπλά ευχαριστημένοι. Δεν μετανιώνω γι’ αυτό που έγινα. Ίσως αν δεν είχα σπάσει το δάχτυλο της γιαγιάς. Αυτό μόνο. Το δάχτυλο για το ζαφειρένιο δαχτυλίδι. Τις νύχτες μόνο. Στη λίμνη. Όταν πλησιάζει η χορεύτρια, μέσα απ’ την ομίχλη. Ξυπνώ. Λίγο πριν με ακουμπήσει με το δάχτυλό της. Είμαι σίγουρη πως θα με πονέσει. Είμαι σίγουρη πως κάτι μου γυρεύει. Κάτι μου ζητά. Ίσως το δάχτυλό μου. Ίσως αυτό. Φοβάμαι πως κάποια νύχτα, ίσως της το δώσω.

Πρώτη δημοσίευση στο λογοτεχνικό περιοδικό ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ τεύχος 113



Δευτέρα, 25 Δεκεμβρίου 2017

Κόλιντα μπάμπω!



Κατερίνα Παπαδημητρίου


Κόλιντα μπάμπω! Και η φωτιά να ορμά όλο και ψηλότερα, ν' αγγίξει τον ουρανό, να φωτίσει τη νύχτα, να δώσει το σύνθημα, να σημάνει τις δικές μας ώρες. Τις ώρες που τρέχαμε να προλάβουμε την ψηλότερη φλόγα, περιφέροντας τα παγωμένα μας χεράκια, από "σμαρέκα" σε "σμαρέκα". Τις ώρες που μετρούσαμε μέχρι τις τέσσερις το πρωί. Τα μανταρίνια, τα πορτοκάλια, τα τάλιρα και τα δεκάρικα που θα κουδούνιζαν μες στη σακούλα. Και δώστου να μας παρακαλά ο πατέρας: «Θα σου δώσω ένα πεντακοσάρικο, μην πας.»Κι έξω το κρύο να τσούζει τις μύτες και τ' αυτιά και το παγωμένο χιόνι να τρίζει κάτω απ' τα μποτάκια μας. Μα ποιός νοιαζόταν. Ετούτα ήταν παράσημα. Και τους νοικοκυραίους ποιός; Ποιός θα ξυπνούσε με τα κάλαντα αχάραγα. Και τις φωτιές ποιός θα τις έσβηνε. Κι ύστερα τα δώρα που θ' αγοράζαμε με τα κάλαντα; Και το κολατσιό που μας περίμενε ζεστό σαν επιστρέφαμε παγωμένα κατά τις οχτώ; Και τα χάδια; Και τα: «για να δούμε πόσα μάζεψες. Φτάνουν για εκείνο το κόκκινο πιανάκι στη βιτρίνα του παιχνιδάδικου;» Αχάραγα τα περιμένω κι εγώ απόψε, να με ξυπνήσουν με τις φωνές που έχασα χρόνια ολόκληρα. Να ξαναγίνω παιδί. Να περιμένω τα επόμενα δίπλα στο τζάκι με μια χούφτα μανταρίνια και ψιλά που κουδουνίζουν, να εκδικηθώ για όλες τις παραμονές που δεν με ξύπνησε κανείς. Που θύμωνα χαμογελώντας γιατί μεσημέριασε κι ακόμα μου λέγανε τα κάλαντα. Που σας τα λέω κι εγώ νωρίς αργά απόψε, που είμαι ακόμα εδώ...
Κόλιντα μπάμπω!



Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

Λέξεων συνέχεια: Καπνισμένη ώχρα

Λέξεων συνέχεια: Καπνισμένη ώχρα:   Ν α θυμάσαι μου είχε πει. Τίποτα. Φωνάζω μα δεν μ’ ακούει. Μονάχα να με κοιτάζει από το παράθυρο κι ύστερα πιο πίσω ακουμπισμένο...

Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Περί ανοικείωσης και άλλα


Καταστρατηγώντας κάθε νόμο περί "ανοικείωσης" και "αναγνωστικής πρόσληψης" σκοτώνω τον συγγραφέα, τον προσπερνώ, τον διαλύω και σου απευθύνομαι:

Μεγαλοδύναμε,
σούπερ νοήμονα,
άτρωτε συνοδοιπόρε,
πρόσεχε τι τέρατα γεννάς με τη μανία σου
να επιβάλλεσαι,
να αυτοεπιβεβαιώνεσαι,
να μαστιγώνεις την υπομονή μου
με την υπεροπτική σου μεγαλοπρέπεια,
ναι, αυτήν
που ξοδεύεις αλόγιστα για να αποδείξεις την υπεροχή σου...
Να θεωρείς την ευγένειά μου αδυναμία.
Να θεωρείς την αδυναμία μου υστέρηση.
Ξέρεις, η ευφυΐα δεν είναι ζήτημα μεγέθους.
Αυτό που πραγματικά σκοτώνεις, είναι η ανοχή μου
κι ό,τι καλό έχω μέσα μου το διαστρέφεις
με κίνδυνο ν' αντικρύσεις μιά μέρα το είδωλό σου.
Ξέρεις, τα τέρατα δεν είναι αλληλέγγυα
το μόνο συναίσθημα που αναγνωρίζουν είναι η πείνα...

@ Εγώ που αρχίζω να σου μοιάζω


Καπνισμένη ώχρα




 Να θυμάσαι μου είχε πει. Τίποτα. Φωνάζω μα δεν μ’ ακούει. Μονάχα να με κοιτάζει από το παράθυρο κι ύστερα πιο πίσω ακουμπισμένος πάνω στον λευκό μπάγκο με τα χέρια ακουμπισμένα στους αγκώνες σταυρωτά κι ένα τσιγάρο να καίει ακατάπαυστα, να κιτρινίζει αντίχειρα και δείκτη να χώνεται όλο πιο βαθιά στις φλέβες, να αφοσιώνεται, να καταδικάζει, να απειλεί.
Φθινόπωρα, Χειμώνες και κάτι Καλοκαίρια σκοτεινά με ένα λιγοστό φως από όνειρα να συμπληρώνει τις διαδρομές. Μαγαζί - σπίτι - θρανίο  και τ΄ανάπαλιν και τα όνειρα από καιρού εις καιρόν να λερώνουν την υπόληψή μου κι εγώ να ζωγραφίζω στον λευκό πάγκο τις άδειες ώρες κι εκείνη την ψιλόλιγνη κοπέλα που περνά και μόνο το είδωλό της στο καπνισμένο πεντακάθαρο τζάμι, τρέχω με το βλέμμα δεν τη προλαβαίνω, μυρίζει ούζο και καπνό και πράσινες κουρτίνες με ρίγες στο χρώμα της λερωμένης ώχρας.
Σ’ εκείνες περπάτησα κι η μάνα όποτε άδειαζε στο μπαλκόνι να με ρωτά με τα μάτια ανυπόμονα αν την είδα, εκείνη, την ψηλόλιγνη με τα βιβλία παραμάσχαλα κι εγώ ν’ απαντώ ναι, την είδα και θα πάει κι άλλο παρακάτω μου είπε και πήγε κι εγώ την ακολούθησα μα πήρα και τις ρίγες από την κουρτίνα μαζί μου και τις περπάτησα. Σε μια από αυτές μάζεψα όσες νότες είχα στο κεφάλι μου και διαλάλησα όσα ζωγράφιζα επάνω τον λευκό πάγκο και συνέχισα ν’ ακολουθώ την ψιλόλιγνη κοπέλα που όλο χαμήλωνε και φάρδαινε κι εγώ ψήλωνα και διάβαζα κι άλλα βιβλία και τώρα φτιάχνω και δικά μου κι εκείνος πια τα χέρια όχι στον πάγκο, στο μεγάλο τραπέζι κοντά στο παράθυρο, δίπλα τα σταύρωνε, λυγισμένα στους αγκώνες μπροστά από το στήθος κι ο καπνός απ’ το τσιγάρο να κρύβει τον δρόμο κι εγώ να περπατώ στις ρίγες που γίναν γκρίζες άσφαλτοι, με περιμένει.
Με περιμένει με το βλέμμα μονίμως στραμμένο στις στέγες, στο μικρό ασφάλτινο κομμάτι, δεν ήρθα, ήρθα, ώσπου ο καπνός κιτρίνισε τις φλέβες, δανείστηκε και χρώμα από τις ρίγες της κουρτίνας κι ήρθαν και σταύρωσαν ξανά τα χέρια, ξάπλωσαν σταυρωτά πάνω στο στήθος κι εγώ έχω ακόμα κι άλλες ρίγες να διανύσω. Δεν έφτασα ακόμα πατέρα. Ήρθα αλλά δεν έφτασα. 

@ανέκδοτο

Αριστερό κλίτος



Στο αριστερό κλίτος στεκόταν η δύναμή της. Μεγάλη Παρασκευή. Πλήθος το εκκλησίασμα. Πάσχα
ήταν και τότε κι αυτή δεν ζήτησε τίποτα. Όπως τώρα, όπως τόσα χρόνια που δεν χαλάλισε κανενός ούτε ένα χαμόγελο. Όλα τα κράτησε για κείνον. για κάθε λεπτό που εκείνος επέστρεφε, για κάθε απουσία, για κάθε συναίνεση. Όμορφη δεν την έλεγες. Ψηλή, γουρλομάτα με μαλλί που δεν ευδόκησε ποτέ να μακρύνει. Λεπτό κι αρύ σαν την αμφισβητούμενη θηλυκότητά της. Μια ρυτίδα. Να ’ταν το αρνί που την ανησυχούσε αν θα ’ταν έτοιμο στην ώρα του την Κυριακή; Του το ’χε πει: «Κυριακές και γιορτές σε θέλω σπίτι και στα παιδιά ποτέ σου να μην λείψεις, μα στο σεργιάνι σου συμμέτοχος δεν γίνομαι, άλλο δεν ήθελε κι αυτός. σήκωσε το φρύδι, δήλωσε έμπορος κι άρχισε τα «κολώνα μού στέκεται», της πήρε κι ένα μηχανάκι, και τα πρωινά, εκείνη στα κτήματα και η μηχανή έπαιρνε μπρος στα τριακόσια μέτρα απ’ το κατώφλι, μην τον ανησυχήσει. Έτσι ακριβά την πούλησε την κορμοστασιά της, έτσι την έδωσε τη ζωή της και το «έσονται οι δύο εις σάρκαν μίαν», για κείνην μια υποχρέωση που από το πουθενά έγινε μάνα, για κείνον αντίκρισμα, ποιά θα την άντεχε την τόση του ελευθερία, εκείνη ήταν ευγνώμων. Μουστάκι να είχε κι η μυρωδιές από τ’ αρνί της να ταξιδεύουν στη γειτονιά από κατώφλι σε κατώφλι. Κάθε Πάσχα. Μέχρι που βρέθηκε τ’ ανάσκελα, ζαλάδα ήτανε, λιγοθυμιά ή το χαμένο θάρρος της που μπαγιάτεψε και πήρε να ζέχνει, ώσπου η βρώμα τής έκαψε τα σωθικά και σωριάστηκε ανήμπορη. Η πεθερά φευγάτη από χρόνια, κανείς πια δεν τον έλεγχε κι εκείνη δεν το λογάριασε σωστά, πως έρχονται και νύχτες που ένα κορμί τί να σου κάνει, δυο χέρια αντρίκια της χρειάστηκαν κι ένα φιλί δικό της ζεστό κι η μηχανή δεν χαϊδεύει, μόνο κουβαλά. Κορμιά παγωμένα, μόνα. Μ. Παρασκευή ήτανε και το αρνί στο τσίγκινο ταψί κομμένο σε μερίδες κι εκείνη δεν το μαρτύρησε ποτέ. Ποτέ δεν είπε: «αρνί δεν έφαγα ποτέ, κατσίκι εμείς τρώγαμε, κατσίκι του γάλακτος, μανάρι. και να της πεις, να βάζει άρωμα, γιατί χωρίς, τη σιχαίνομαι την παρουσία της να της πεις.» Αρνί καμένο πάνω στο τραπέζι, τα παιδιά στην εφηβεία, τα κλειδιά της μηχανής κρεμασμένα μ’ έναν σπάγκο από τον γλόμπο της κουζίνας, το σαμουά σακάκι του πασαλειμμένο με λίπος κι ένα σημείωμα που έλεγε: «Το δικό μου το αρνί, το βροντοφώναζε. Κάθε Πάσχα. “Είμαι η Λένα, κι αν δεν πουλούσα την ψυχή μου, αντί για αρνί, λεπίδα. κι όλο το αίμα μου χαράμι, θυσία στο τίποτα, στο πουθενά θα το χαλάλιζα”. Να με σέβεστε.»

Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο  "Ενύπνια ψυχίων" της Ιφιγένειας Σιάφακα