Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

Λέξεων συνέχεια: Καπνισμένη ώχρα

Λέξεων συνέχεια: Καπνισμένη ώχρα:   Ν α θυμάσαι μου είχε πει. Τίποτα. Φωνάζω μα δεν μ’ ακούει. Μονάχα να με κοιτάζει από το παράθυρο κι ύστερα πιο πίσω ακουμπισμένο...

Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Περί ανοικείωσης και άλλα


Καταστρατηγώντας κάθε νόμο περί "ανοικείωσης" και "αναγνωστικής πρόσληψης" σκοτώνω τον συγγραφέα, τον προσπερνώ, τον διαλύω και σου απευθύνομαι:

Μεγαλοδύναμε,
σούπερ νοήμονα,
άτρωτε συνοδοιπόρε,
πρόσεχε τι τέρατα γεννάς με τη μανία σου
να επιβάλλεσαι,
να αυτοεπιβεβαιώνεσαι,
να μαστιγώνεις την υπομονή μου
με την υπεροπτική σου μεγαλοπρέπεια,
ναι, αυτήν
που ξοδεύεις αλόγιστα για να αποδείξεις την υπεροχή σου...
Να θεωρείς την ευγένειά μου αδυναμία.
Να θεωρείς την αδυναμία μου υστέρηση.
Ξέρεις, η ευφυΐα δεν είναι ζήτημα μεγέθους.
Αυτό που πραγματικά σκοτώνεις, είναι η ανοχή μου
κι ό,τι καλό έχω μέσα μου το διαστρέφεις
με κίνδυνο ν' αντικρύσεις μιά μέρα το είδωλό σου.
Ξέρεις, τα τέρατα δεν είναι αλληλέγγυα
το μόνο συναίσθημα που αναγνωρίζουν είναι η πείνα...

@ Εγώ που αρχίζω να σου μοιάζω


Καπνισμένη ώχρα




 Να θυμάσαι μου είχε πει. Τίποτα. Φωνάζω μα δεν μ’ ακούει. Μονάχα να με κοιτάζει από το παράθυρο κι ύστερα πιο πίσω ακουμπισμένος πάνω στον λευκό μπάγκο με τα χέρια ακουμπισμένα στους αγκώνες σταυρωτά κι ένα τσιγάρο να καίει ακατάπαυστα, να κιτρινίζει αντίχειρα και δείκτη να χώνεται όλο πιο βαθιά στις φλέβες, να αφοσιώνεται, να καταδικάζει, να απειλεί.
Φθινόπωρα, Χειμώνες και κάτι Καλοκαίρια σκοτεινά με ένα λιγοστό φως από όνειρα να συμπληρώνει τις διαδρομές. Μαγαζί - σπίτι - θρανίο  και τ΄ανάπαλιν και τα όνειρα από καιρού εις καιρόν να λερώνουν την υπόληψή μου κι εγώ να ζωγραφίζω στον λευκό πάγκο τις άδειες ώρες κι εκείνη την ψιλόλιγνη κοπέλα που περνά και μόνο το είδωλό της στο καπνισμένο πεντακάθαρο τζάμι, τρέχω με το βλέμμα δεν τη προλαβαίνω, μυρίζει ούζο και καπνό και πράσινες κουρτίνες με ρίγες στο χρώμα της λερωμένης ώχρας.
Σ’ εκείνες περπάτησα κι η μάνα όποτε άδειαζε στο μπαλκόνι να με ρωτά με τα μάτια ανυπόμονα αν την είδα, εκείνη, την ψηλόλιγνη με τα βιβλία παραμάσχαλα κι εγώ ν’ απαντώ ναι, την είδα και θα πάει κι άλλο παρακάτω μου είπε και πήγε κι εγώ την ακολούθησα μα πήρα και τις ρίγες από την κουρτίνα μαζί μου και τις περπάτησα. Σε μια από αυτές μάζεψα όσες νότες είχα στο κεφάλι μου και διαλάλησα όσα ζωγράφιζα επάνω τον λευκό πάγκο και συνέχισα ν’ ακολουθώ την ψιλόλιγνη κοπέλα που όλο χαμήλωνε και φάρδαινε κι εγώ ψήλωνα και διάβαζα κι άλλα βιβλία και τώρα φτιάχνω και δικά μου κι εκείνος πια τα χέρια όχι στον πάγκο, στο μεγάλο τραπέζι κοντά στο παράθυρο, δίπλα τα σταύρωνε, λυγισμένα στους αγκώνες μπροστά από το στήθος κι ο καπνός απ’ το τσιγάρο να κρύβει τον δρόμο κι εγώ να περπατώ στις ρίγες που γίναν γκρίζες άσφαλτοι, με περιμένει.
Με περιμένει με το βλέμμα μονίμως στραμμένο στις στέγες, στο μικρό ασφάλτινο κομμάτι, δεν ήρθα, ήρθα, ώσπου ο καπνός κιτρίνισε τις φλέβες, δανείστηκε και χρώμα από τις ρίγες της κουρτίνας κι ήρθαν και σταύρωσαν ξανά τα χέρια, ξάπλωσαν σταυρωτά πάνω στο στήθος κι εγώ έχω ακόμα κι άλλες ρίγες να διανύσω. Δεν έφτασα ακόμα πατέρα. Ήρθα αλλά δεν έφτασα. 

@ανέκδοτο

Αριστερό κλίτος



Στο αριστερό κλίτος στεκόταν η δύναμή της. Μεγάλη Παρασκευή. Πλήθος το εκκλησίασμα. Πάσχα
ήταν και τότε κι αυτή δεν ζήτησε τίποτα. Όπως τώρα, όπως τόσα χρόνια που δεν χαλάλισε κανενός ούτε ένα χαμόγελο. Όλα τα κράτησε για κείνον. για κάθε λεπτό που εκείνος επέστρεφε, για κάθε απουσία, για κάθε συναίνεση. Όμορφη δεν την έλεγες. Ψηλή, γουρλομάτα με μαλλί που δεν ευδόκησε ποτέ να μακρύνει. Λεπτό κι αρύ σαν την αμφισβητούμενη θηλυκότητά της. Μια ρυτίδα. Να ’ταν το αρνί που την ανησυχούσε αν θα ’ταν έτοιμο στην ώρα του την Κυριακή; Του το ’χε πει: «Κυριακές και γιορτές σε θέλω σπίτι και στα παιδιά ποτέ σου να μην λείψεις, μα στο σεργιάνι σου συμμέτοχος δεν γίνομαι, άλλο δεν ήθελε κι αυτός. σήκωσε το φρύδι, δήλωσε έμπορος κι άρχισε τα «κολώνα μού στέκεται», της πήρε κι ένα μηχανάκι, και τα πρωινά, εκείνη στα κτήματα και η μηχανή έπαιρνε μπρος στα τριακόσια μέτρα απ’ το κατώφλι, μην τον ανησυχήσει. Έτσι ακριβά την πούλησε την κορμοστασιά της, έτσι την έδωσε τη ζωή της και το «έσονται οι δύο εις σάρκαν μίαν», για κείνην μια υποχρέωση που από το πουθενά έγινε μάνα, για κείνον αντίκρισμα, ποιά θα την άντεχε την τόση του ελευθερία, εκείνη ήταν ευγνώμων. Μουστάκι να είχε κι η μυρωδιές από τ’ αρνί της να ταξιδεύουν στη γειτονιά από κατώφλι σε κατώφλι. Κάθε Πάσχα. Μέχρι που βρέθηκε τ’ ανάσκελα, ζαλάδα ήτανε, λιγοθυμιά ή το χαμένο θάρρος της που μπαγιάτεψε και πήρε να ζέχνει, ώσπου η βρώμα τής έκαψε τα σωθικά και σωριάστηκε ανήμπορη. Η πεθερά φευγάτη από χρόνια, κανείς πια δεν τον έλεγχε κι εκείνη δεν το λογάριασε σωστά, πως έρχονται και νύχτες που ένα κορμί τί να σου κάνει, δυο χέρια αντρίκια της χρειάστηκαν κι ένα φιλί δικό της ζεστό κι η μηχανή δεν χαϊδεύει, μόνο κουβαλά. Κορμιά παγωμένα, μόνα. Μ. Παρασκευή ήτανε και το αρνί στο τσίγκινο ταψί κομμένο σε μερίδες κι εκείνη δεν το μαρτύρησε ποτέ. Ποτέ δεν είπε: «αρνί δεν έφαγα ποτέ, κατσίκι εμείς τρώγαμε, κατσίκι του γάλακτος, μανάρι. και να της πεις, να βάζει άρωμα, γιατί χωρίς, τη σιχαίνομαι την παρουσία της να της πεις.» Αρνί καμένο πάνω στο τραπέζι, τα παιδιά στην εφηβεία, τα κλειδιά της μηχανής κρεμασμένα μ’ έναν σπάγκο από τον γλόμπο της κουζίνας, το σαμουά σακάκι του πασαλειμμένο με λίπος κι ένα σημείωμα που έλεγε: «Το δικό μου το αρνί, το βροντοφώναζε. Κάθε Πάσχα. “Είμαι η Λένα, κι αν δεν πουλούσα την ψυχή μου, αντί για αρνί, λεπίδα. κι όλο το αίμα μου χαράμι, θυσία στο τίποτα, στο πουθενά θα το χαλάλιζα”. Να με σέβεστε.»

Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο  "Ενύπνια ψυχίων" της Ιφιγένειας Σιάφακα

Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

Μιαν ανάμνηση τη φορά



Μιαν ανάμνηση. Θα σιδερώνεις μιαν ανάμνηση τη φορά. Μία για κάθε τσάκιση. Δύο για τα μανίκια και η αίσθηση πως ήταν κάποτε δικός σου θα γλιστράει στην τσάκιση σαν λεπίδα και θα σου σκίζει τ’ ακροδάχτυλα. Θα τ’ ανασηκώνεις ν’ ακουμπήσουν στην άκρη από τα χείλη σου, να γεύεσαι το αίμα που ανάβλυσε σαν δάκρυ κι όπως η τσάκιση θα σ’ οδηγεί στο γόνατο και λίγο πιο κάτω, πριν το βήμα που τον έφερνε ν’ αγγίζει το πόμολο κι ο ήχος απ’ τα κλειδιά και το κρεμμύδι να τσιγαρίζεται, με κουρκουμά τα ήθελε τα κανελόνια, κι άλλο δάκρυ σαν λεκές θα στάξει και θα φτάσεις στο στρίφωμα και θα το κάψεις, όπως έκαψες όλα τ’ άλλα, δίχως τσακίσεις κανείς στη ζωή δεν υποκλίνεται θα πεις και θα κάψεις πουκάμισο στην τσέπη, αριστερά, πλάι στο στέρνο, και παντελόνι στο καβάλο, όχι άλλα δάκρυα θα πεις και θα ξεχάσεις. Θα ξεχάσεις; 

@ανέκδοτο 

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Τρία βήματα πίσω



Τρία βήματα πίσω
Κι ένας ξένος ουρανός
να μας κοιτάζει
Πως γελά…
Γαλανό
που υστέρησε
με τρία βήματα στην άμμο
Σε ντύθηκα
Με μιαν ανάσα
κι ύστερα έγειρα
στο πλάι να μ' αντικρύσω
Νύχτες λευκές
Νύχτες να θες
Τον άνεμο ρώτα
Εκεί στου ονείρου τη σκιά
πώς φέρνει χρώματα
Μία μέρα σαν κι αυτή
Τρία βήματα πριν
κι ένα μετά
Με μια κραυγή
μ’ ανάστησες

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

Σιωπές



Έχουν κι οι χαρές τις σιωπές τους
Κι ύστερα...
Τον χρόνο τον βολεύεις στη σιωπή
Σκέφτηκα...
Τον κρύβεις βαθιά στην τσέπη
του στρίβεις το λαρύγγι βαριά με τον αντίχειρα
κι αφήνεις τον δείκτη να δείχνει την άνοδο
Εκεί που καραδοκεί το φως
Ανάμεσα σε δυο ραφές κι ένα βαμβακερό χαμόγελο
@25/5/2016