Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015

Ένα περιστέρι από λευκό μάρμαρο







Μονάχο, τόσο δα, να χωρά στη χούφτα μου, κι εγώ να του θυμώνω στοργικά που μ’ έριξε σε τέτοιο δίλλημα. Δεν ζήτησε να μπει. Δεν το προσκάλεσα. Εντάξει το παραδέχομαι. Το ζήλεψα πολλές φορές. Όχι το ίδιο. Εκείνα που του μοιάζανε. Μα κάθε φορά όλο και κάποια φουρτούνα έφτιαχνα κι ανέβαλα να φτιάξω τη φωλιά του. Και τώρα νάτο, τρομαγμένο, χαλά τον κόσμο με τα γουργουρητά του, στριφογυρνά πανικόβλητο, αναζητά πατρίδα, γένος κι αγκαλιά.   
Τα περιστέρια απεικονίζονται ως λευκά. Ετούτο ’δω, έστεκε στο στενό εξωτερικό περβάζι κι η ασπράδα του θάμπωνε θαρρείς τη λευκότητα του μάρμαρου. Δεν ήταν μονάχα η θλίψη που κούρνιαζε στο φτέρωμά του. Ήταν κι εκείνες οι σταχτιές κηλίδες στις άκρες απ’ τα μάτια του. Κι εκείνο ο ρυθμικός τόνος στο γουργούρισμά του. Είχε κάτι το οικείο ετούτο το παράπονο. Να κάνω έτσι να και να το πιάσω; Να του προσφέρω άσυλο. Τα περιστέρια δεν ζούνε σε κλουβί. Κι αν με μισήσει;
Το κράτησα. Το περιστέρι με κοίταζε όλο λατρεία κι εγώ το σκέπαζα. Κρυώνουν τα περιστέρια; Μάλλον τον εαυτό μου κουκούλωνα. Να μην το βλέπω. Μου χάλαγε την ησυχία. Στιγμή δεν μ’ άφηνε να ηρεμήσω. Πότε πονούσε, πότε πεινούσε, πότε με κοιτούσε σαν να ήμουν διάφανη κι ύστερα κατέβαζε το μικρό κεφάλι σε μια διαμαρτυρία «δεν ήρθα μόνος μου εδώ, μ’ άφησαν».
Τις νύχτες όταν έβρεχε, πετούσε στο προσκεφάλι μου και γουργούριζε μέχρι που αποκοιμιόταν. Μα όχι για πολύ. Πριν φέξει, ακουμπούσε απαιτητικά το ράμφος του στο μάγουλό μου κι άλλαζε τόνο στο γουργουρητό. Απαριθμούσε τις ανάγκες του, τραβώντας με άπονα απ’ το μανίκι.
Αυτό το περιστέρι ήταν πολύ απαιτητικό. Τα είπαμε τα συμφωνήσαμε. Έπρεπε να με υπακούει. Δυνάμωσε. Έμαθε να πετά, μα πάντα επέστρεφε. Έμαθε να μ’ αγαπά. Από ένστικτο. Εγώ πώς να το διδάξω; Του είπα πολλά. Για ανθρώπους που είναι ή που ’φυγαν. Για γέλια, για χαρές και λύπες. Το μόνο που δεν έμαθε, ήταν ότι χρειαζόμουν τον προσωπικό μου χρόνο. Όσο για τον χώρο τον είχα χάσει προ πολλού. Από την στιγμή που έμαθε να πετά, πουθενά δεν ήμουν μόνη. Το περιστέρι ήταν παντού. Γέλια, χαρές και πείσματα. Γέμισε ο κόσμος φτερουγίσματα. Γέμισαν τα μάτια μου όνειρα. Έμαθε να μου θυμώνει και να μου αντιμιλά, να πεισμώνει. Υπέμενα. Το νουθετούσα. Ό,τι ήξερα και δεν ήξερα για τη ζωή, του τα ’πα. Μια λιχουδιά δρόμος το ινάτι του.  Κι ύστερα λες και δεν είχε μνήμες φτερούγιζε στο στήθος μου να ζεσταθεί.
Ένα μεσημέρι επέστρεψε αγέλαστο. Πώς να λύσω τις απορίες που κουβαλούσε στις στενές του πλάτες; Πώς να σταματήσω το αδιάκοπο αγωνιώδες φτερούγισμα.
Στάθηκε ώρα στο παράθυρο. Στην αρχή κοιτούσε επίμονα το περβάζι. Μα πώς να το αφήσω να πετάξει; Ήταν ακόμα αδύναμο και άμαθο! Επέμενε. Πονούσα. Κι οι επισκέψεις στο παράθυρο πλήθαιναν. Μου γυρνούσε την πλάτη και γουργούριζε νοσταλγικά. Τώρα το βλέμμα στόχευε ψηλότερα. Έψαχνε τις φυλλωσιές, τις κορφές των δέντρων, τις διπλανές στέγες και πιο ψηλά. Τον ουρανό.
Κάποιο πρωί πριν γείρει ο ήλιος στο περβάζι, το τζάμι έγινε καθρέφτης. Το περιστέρι τρεμούλιασε, γύρισε στο πλάι, με κοίταξε εξεταστικά, έλυσε όλες του τις απορίες, με δίκασε και με καταδίκασε. Ήταν γεγονός. Δεν μοιάζαμε.
Πάλι δεν μίλησα. Σφάλισα την ενοχή μου στο συρτάρι, έχασα τον ύπνο μου μα δεν ομολόγησα την ανεπάρκειά μου. Σαν έβλεπε παράθυρα ανοιχτά δραπέτευε. Επέστρεφε αργά το δείλι. Τις νύχτες φτερούγιζε έξω απ’ την πόρτα μου. Σταμάτησε να μου μιλά. Ώσπου κάπου το ’μαθε πως τα συρτάρια κρύβουν μνήμες, πως έχουν παρελθόν. Τ’ άνοιξε.
Μια μέρα, Άνοιξη ήτανε, βρήκε το παράθυρο ανοιχτό. Έδωσε μια και πέταξε. Δεν το πήρα στο κατόπι. Το περίμενα. Όπως περίμενα υπομονετικά να νυχτώσει. Άφησα την πόρτα ανοιχτή και βάλθηκα να μετρώ τα πούπουλα της φτερούγας που είχε αφήσει στο περβάζι. Το περιστέρι δεν φάνηκε. Θύμωσα. Αχάριστο! Αυτό ήτανε! Αχάριστο! Και που είναι τώρα να μου ανακατώσει λίγο τα μαλλιά, να μου λερώσει την κουρτίνα, να μου τσιμπά επίμονα το μπράτσο γυρεύοντας μου λίγη προσοχή, μια κάποια συναίνεση. Κι ας έχω να νοιαστώ για τόσα. Εγώ πάλι θα προλάβαινα. Σιωπή. Ξημέρωσε πολλές φορές. Δεν ήρθε.
Φθινόπωρο. Το σπίτι άδειο. Το παράθυρο ανοιχτό. Έμαθα πως είδαν το περιστέρι μου να σκαρφαλώνει στο κατάρτι ενός πλοίου. Ρώτησε λέει πώς ταξιδεύουν τα πουλιά. Του είπαν πως τα περιστέρια δεν μεταναστεύουν. Κι ακόμα του είπαν πως, όπου κι αν πάνε επιστρέφουν. Έναν τόπο ξέρουν. Δεν έχουν δυο πατρίδες. «Εγώ έχω», τους απάντησε το περιστέρι.
Ήρθε ο Χειμώνας. Το σπίτι πάγωσε. Πόρτα, παράθυρο ανοιχτά. Κανείς δεν μπήκε. Ρώτησα, έψαξα. Τις νύχτες άκουγα φτερουγίσματα. Έτρεχα. Κανείς. Ώσπου το πήρα απόφαση. Μου το ’πε κι ο γιατρός. Ήταν η καρδιά μου που είχε μάθει να πετά. Πώς να τη σταματήσω; Έγραψε συνταγή.
Νέα δεν μάθαινα. Το παράθυρο το ’κλεισα την Άνοιξη. Γύρισα να κλείσω και την πόρτα. Τα είδα. Δύο λευκά φτερά στο κατώφλι. Σκίρτησε το φτερούγισμα στο στήθος μου. Έτρεξα αλαφιασμένη. Στον κήπο η ελιά θρόιζε ανήσυχη. Πώς ν’ αντέξει τόση συγκίνηση!