Σάββατο, 13 Ιουνίου 2015

Πάδοβα

Κατερίνα Παπαδημητρίου


Είναι μαύρη. Την αγόρασε σ’ ένα παζάρι στην Πάδοβα. Λίγες ώρες πριν την έψαξε στο πατάρι. Υπέκυψε σε μιαν αναίτια παρόρμηση. Ξαφνικά του φάνηκε πολύτιμη. Δεν ταξίδευε ποτέ. Μόνο τότε. Έξω η βροχή απλώνει ένα πρώιμο δείλι στο λιθόστρωτο. Μέσα σκοτάδι. Σήμερα κλείνει τα πενήντα.

Αδύνατον να θυμηθεί πότε δρασκέλισε τελευταία φορά το λιθόστρωτο κατώφλι του. Κλείνει την πόρτα πίσω του. Σηκώνει τη τσάντα, είναι ελαφριά. Ένα φόρεμα, ένα ζευγάρι πέδιλα κι ένα αντίτυπο της μοναδικής ποιητικής του συλλογής. Στη δεξιά τσέπη η βέρα του, ένα εισιτήριο τρένου κι ένα τσιγάρο.

 «Θα φύγω» της είπε. Εκείνη δεν μίλησε. Χαμογελά ακίνητη στο κατώφλι μ’ ένα λουλούδι στα μαλλιά. Φοράει φλοράλ φόρεμα και κόκκινα σανδάλια. Τον χαιρετά. Μια κόκκινη κοιλίδα κυλά στο λιθόστρωτο.

Ο σταθμός έρημος. Ψάχνει το τσιγάρο.

«Η αμαξοστοιχία για Πάδοβα αναχωρεί.» Μια τελευταία ρουφηξιά. «Κάποτε σ’ αγάπησα πολύ», μονολογεί,  καθώς την περιγράφει μες στους ατμούς της εκκίνησης.